fbpx

Πρόσφατα 'Αρθρα

Social Media

Μύθος του Φαέθων

Ο μύθος του Φαέθωνα, του τολμηρού γιου του Ήλιου, που έπαιξε με τη φωτιά και χάθηκε…

Ο μύθος του Φαέθωνα, που τον λένε και μύθο του Φαέθοντα, μας μιλάει για ένα ωραίο και τολμηρό νέο, που ζούσε με τη μητέρα του την Κλυμένη στη Γη, θαύμαζε τον πατέρα του Ήλιο και πάντα ονειρευόταν να βρει μια ευκαιρία να πετάξει ψηλά στον ουρανό με το ολόχρυσο άρμα του.

Ο Ήλιος αποτελούσε μια προσωποποιημένη θεότητα με βάση τη μυθολογία και ο Όμηρος θεωρούσε πως ήταν ο τιτάνας Υπερίωνας. Κατά μία εκδοχή, ο Ήλιος που οδηγούσε το πύρινο άρμα του στον ουρανό, έδωσε τα ηνία των αλόγων που το έσερναν στον γιο του, Φαέθοντα. Όμως, ο Φαέθων δεν στάθηκε αντάξιος των προσδοκιών και βρήκε τραγικό τέλος…

Ο προστατευόμενος της θεάς  Αφροδίτης

Αρχικά, ονομαζόταν «Φαέθων» το αστέρι που βρισκόταν πιο κοντά στην Αφροδίτη. Στην Ανατολή, αυτό ήταν ο πλανήτης της θεάς του έρωτα και γι΄ αυτό ονομάζεται μέχρι σήμερα Αφροδίτη. Από τους αρχαίους, θαυμάζονταν επίσης σαν άστρο της νύχτας και της αυγής, σαν Έσπερος και Φώσφορος ή Εωσφόρος, σαν να πρόκειται για δύο διαφορετικά, ωραία αστέρια. Η ιστορία του Φαέθοντα ανήκει σε εκείνες των εραστών της μεγάλης θεάς του έρωτα. Η Αφροδίτη είχε εραστή της τον ισόθεο Φαέθοντα, τον γιο της Ηούς και του Κεφάλου. Βρισκόταν πάνω στην άνθιση της νιότης του, σχεδόν ένα μικρό αγόρι όταν τον άρπαξε η θεά. Με την προστασία της Αφροδίτης έγινε φύλακας του σπουδαιότερου ιερού της κι εκείνη τον ανύψωσε σε θεό ή θείο πλάσμα ή Δαίμονα, γεγονός που αντιστοιχεί σε εκείνο το είδος της αθανασίας που κατείχε και ο Άδωνις.

Ο ατρόμητος νέος υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του

Στις διηγήσεις κατά τις οποίες δεν ήταν πατέρας του ο ημίθεος Κέφαλος, αλλά ο Ήλιος, ο Φαέθων είχε μια μητέρα κι έναν πατριό, οι οποίοι τον συνέδεαν με τον κόσμο των θνητών και των νεκρών. Σε μια διήγηση η μητέρα του ονομαζόταν Κλυμένη και είχε σύζυγο τον Μέροπα, ο οποίος ήταν πατριός του γιου της. Ο Μέροπας κυριαρχούσε σε μια χώρα όπου ο θεός Ήλιος αγαπούσε ιδιαίτερα, την Αιθιοπία.

Το όνομα Κλυμένη ήταν της θεάς των νεκρών, Περσεφόνης. Μάλιστα, η Κλυμένη βυθίστηκε πρόωρα στο βασίλειο των νεκρών. Η ιστορία του Φαέθοντα, του γιου του Ήλιου και της Κλυμένης, υποστηρίζει πως σαν νέος θεός, ανέβηκε ένα πρωί στο άρμα του πατέρα του.

«Σφιχτά να κρατάς τα χαλινάρια, μην καταλάβουν τ’ άλογα πως έχουν αδύναμο αναβάτη. Μη χρησιμοποιήσεις καθόλου το μαστίγιο και τ’ αγριέψεις.
Οδήγησέ τα μέσα από τις αρματοτροχιές που θα δεις στον ουρανό. Πρόσεχε όταν θ’ ανεβαίνεις, μη λοξοδρομήσεις και χαθείς. Σαν φτάσεις ψηλά, μην κοιτάς κάτω και ζαλιστείς. Και στον κατήφορο τράβα δυνατά τα χαλινάρια μην κατρακυλήσει το άρμα σου και συντριβεί στη γη».

Γρήγορος ο τολμηρός γιος του Ήλιου πηδάει στο άρμα, αρπάζει τα χαλινάρια και τα τραβάει με δύναμη. Αποχαιρετά βιαστικά τον πατέρα του, ενώ τ’ άλογα ανοίγουν τα λευκά φτερά τους κι αλαφροπατώντας βγαίνουν απ΄ τη μεγάλη πύλη των παλατιών του Ήλιου. Ο Φαέθων, όμως, υπερεκτίμησε τις δυνατότητές του, δεν μπόρεσε να χαλιναγωγήσει καλά το άρμα και τρομαγμένος άφησε τα χαλινάρια καθώς ανέπνεε τον πυρωμένο αέρα. Τίποτα πια δε μπορούσε να κάνει. Ούτε το δρόμο ήξερε, ούτε τ’ άλογα μπορούσε να δαμάσει. Δεν άκουσε τις συμβουλές του πατέρα του, και όλη η πλάση έγινε μια κόλαση. Ήταν η αρχή του τέλους. Τα άλογα ελεύθερα, έτρεχαν όπου ήθελαν. Μία κατέβαιναν χαμηλά, με αποτέλεσμα η Γη να αρπάζει φωτιά, μία ανέβαιναν ψηλά και τότε πυρπολούταν ο ουρανός. Ο νεαρός κάποια στιγμή έπεσε στο κενό και χάθηκε…

Φλόγες τότε τυλίξαν τον δίκορφο Παρνασσό. Πήρε φωτιά η Ίδη και το ισκιωμένο Πήλιο. Καιγόταν ο δασωμένος Ελικώνας και ο ψηλός Ταΰγετος. Αφανίζονταν πολιτείες και λαοί. Ξεράθηκαν πηγές και γάργαρα ρυάκια, οι νύμφες τρέχαν να κρυφτούν στις πιο βαθιές σπηλιές. Κοχλάζαν τα πιο μεγάλα ποτάμια, ακόμα κι ο Νείλος κι ο Ευφράτης. Όλη η θάλασσα έβραζε κι η γη σκιζότανε βαθιά, τόσο βαθιά που οι φλογερές αχτίδες του ήλιου έφταναν στον κατασκότεινο Άδη.

«Αχ, νιάτα, παράτολμα νιάτα! Πως σας τραβάει το άγνωστο, το βάθος τ’ ουρανού, το φως του ήλιου! Ω, πόσο είναι άδικο μια τέτοια τόλμη να χαθεί μέσα στον κατασκότεινο Άδη!».

Σηκώνεται τότε η θεά Γη, η μητέρα όλων και βροντοφωνάζει στον Όλυμπο:

«Δία βασιλιά, εσύ που κυβερνάς αυτόν τον κόσμο, δε βλέπεις τη φωτιά που τύλιξε τη γη; Πρέπει να χαθώ κι εγώ με τα ποτάμια και τα ισκιωμένα δάση; Πρέπει να χαθούν όλες οι φυλές των ανθρώπων κι ό,τι ζωντανό τρέφεται στα χώματά μου; Θέλεις να βασιλέψει πάλι το χάος το πρωταρχικό, κι ό,τι έγινε ως τώρα να χαθεί; γη κι ουρανός, θεοί και άνθρωποι, ζωή κι αγάπη! Δία τρανέ, κυρίαρχε του κόσμου, σώσε τώρα τη γη απ’ τη φωτιά, γιατί σε λίγο θα είναι πια πολύ αργά».

Και ξαφνικά ξεπροβάλλει πάνω από ένα σύννεφο ο μεγάλος Δίας. Και σηκώνοντας το δεξί του χέρι, αμολάει μια αστραπή, που έσβησε αμέσως την πυρκαγιά σ’ ολόκληρη τη γη. Ύστερα ρίχνει έναν κεραυνό που χτυπά το άρμα του Φαέθωνα και το κάνει συντρίμμια. Σαν πεφταστέρι τινάζεται ο γιος του Ήλιου και με τα μαλλιά να φλέγονται πέφτει στον ποταμό Ηριδανό στην άκρη του κόσμου.

Το τέλος της ιστορίας και η μυθολογική προέλευση του κεχριμπαριού

Στην αρχαιότητα, ο Ηριδανός ταυτιζόταν με το ποταμό Πάδο. Οι κόρες του Ήλιου θρήνησαν στο ποτάμι τον αδερφό τους. Από τα δάκρυά τους προήλθε το κεχριμπάρι. Οι ίδιες μεταμορφώθηκαν σε λεύκες. Τελικά ανέβηκαν όλες μαζί, με τον Ηριδανό, σαν αστέρια. Το τέλος της αρχικής ιστορίας το μαθαίνουμε από μια κρητική διήγηση. Στην Κρήτη, ο άτυχος ηνίοχος του άρματος του Ήλιου, ονομαζόταν Άδυμνος ή Ατύμνιος. Ήταν αδερφός της Ευρώπης και τον βλέπανε μόνο όταν βράδιαζε. Το πεσμένο αστέρι της αυγής εμφανιζόταν ξανά σαν εσπερινό άστρο και ήταν στον εσπερινό ουρανό ο υπηρέτης του ναού της Αφροδίτης.

 

• Πηγή: Η Μυθολογία των Ελλήνων του Καρλ Κερένυϊ, Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Γράψε Σχόλιο

You don't have permission to register
X